Οκτωβρίου 17, 2006...6:08 πμ

Σημειώσεις του πρωινού. Και χωρίς να φοράω τα γυαλιά μου …

Μετάβαση στα σχόλια


Φτεράαααα
….

Χρόνια είχα να τον δω ή να τον ακούσω.
Είχα ξεχάσει και την ύπαρξή του.
Τα χρόνια δεν τον έχουν αγγίξει πολύ. Αδυσώπητος ο χρόνος αλλά και ευγενής.

Καθισμένος δίπλα στο παράθυρο στον πρώτο όροφο, υπό την σκιαν της Ακροπόλεως, απολαμβάνω τον καπουτσίνο που μόλις μου έφερε η κοπέλα.

-Ναι, θέλω κανέλλα επάνω.

Άδειο το μαγαζί. Είμαι ο πρώτος πελάτης μάλλον. Ποιος να έρθει τέτοια ώρα.
Η κίνηση εδώ αρχίζει μετά τις δέκα και μισή μέ έντεκα.
Τότε αρχίζει και σερβίρει και ούζα με μεζέδες. Καλούς.

Τώρα είναι 9 και μισή το πρωί της Τρίτης 17 Οκτωβρίου.

Τι κάνω εδώ;
Κρύβομαι ή αποφεύγω;
Το είπα κίνηση τακτικής.
Κοπάνα πάντως δεν είναι.

Κατεβαίνοντας στο σταθμό του Θησείου, έλεγα μέσα μου ότι κάνω κοπάνα.
Λογικό ήταν να αποφύγω τις χαιρετούρες. Σχεδόν πάντα έτσι συμβαίνει. Όταν ανατρέπεις την πορεία της καθημερινότητας, τότε εμφανίζονται και αναπάντεχα συναπαντήματα.

-Μην αργήσεις πολύ. Λόγια με άγχος και λίγο τρόμο θα έλεγα, του συνεργάτη όταν του είπα ότι φεύγω και το γιατί φεύγω.
-Χειρίσου το εσύ, στηριζόμενος στην απουσία μου, η απάντησή μου.

Στραβοκατάπιμα που δεν το είδα, δυο τρεις κουβέντες που δεν τις άκουσα είχα φτάσει ήδη έξω στο δρόμο.

Ψύχρα σήμερα.
Να βρω μια τράπεζα να πάρω χρήματα. Δεν πήρα και τα γυαλιά μου. Θα κοιτάξω μήπως πάρω από κανένα πλανόδιο. Και μολύβι και χαρτί. Αν θέλω να γράψω κάτι δεν θα βλέπω τίποτα.
Σκέψεις καθώς ανεβαίνω τις σκάλες του σταθμού στο Θησείο.

Περπάτημα δίπλα στις γραμμές του τραίνου.
Απειλητικά γκρίζος ο ουρανός, αρκετός αέρας που σκορπίζει τα φύλλα των δέντρων και κάνει τα κλαδιά τους να λυγάνε. Όλα τα καφέ και τα μπαράκια κλειστά.

Μικροπωλητές που ετοιμάζουν την πραμάτεια τους για να αρχίσουν το μεροκάματο.
-Πού είναι ο Θανάσης σήμερα;
-Δεν ήρθε.
-Αρρώστησε. Κάνει άσχημο καιρό.

Συνεχίζω προς το Μοναστηράκι.
Έτσι κι αλλιώς είναι νωρίς ακόμα. Ούτε εννιά το πρωί.
Στάση στην τράπεζα έξω από τη Μητρόπολη για να πάρω χρήματα. Από το ΑΤΜ όχι από την Μητρόπολη.
Το ΑΤΜ είναι μέσα στο κατάστημα. Το ΑΤΜ είναι ένας υπολογιστής, άλλος ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής στη ζωή μας.
Μου έρχεται στο μυαλό η συζήτηση για τις στατιστικές που δείχνουν ότι το 60% των ελλήνων δεν κάνουν χρήση, λέει, υπολογιστών.
Και όμως. Να που κάνουμε σχεδόν όλοι.

Το Υπουργείο της περιοχής φυλάσσεται καλά.
Σήμερα είναι η συνάντηση της Γιαννάκου με τους εκπαιδευτικούς;

Το άλλο, το μεγάλο Υπουργείο, αυτό της Εθνικής Οικονομίας που είναι λίγο πιο πάνω, δεν το φυλάει κανείς.

Ξανά στην Ερμού. Χρόνια έχω να μπω στου Πάλλη.
Ένα μικρό σημειωματάριο από το ισόγειο και ένα απλό στυλό από το υπόγειο.
Το moleskine το απέρριψα.
Δεν είμαι εγώ για τέτοια.
Άσε δηλαδή που μη φορώντας γυαλιά μάλλον μουτζούρες θα έκανα παρά γράμματα.

Περπάτημα προς την Πλάκα.
Σχεδόν όλα κλειστά.
“Παραδοσιακό Καφενείο” γράφει η πινακίδα.
Δεν έχει ανοίξει ακόμα και είναι περασμένες εννιά.
Αμ, τα παραδοσιακά καφενεία ανοίγουν “κατά παράδοσιν”, από τις 6 το πρωί.
Εδώ, στην περιοχή αυτή φαίνεται ότι υπάρχουν άλλες παραδόσεις …

Πλατεία Φιλομούσου Εταιρίας ή κάπως έτσι. Γεμάτη μεζεδοπωλεία.
Κλειστά βέβαια.

Κατηφορίζω την Αδριανού. Άδεια σχεδόν και αυτή.
Μερικοί τουρίστες, ελάχιστοι αγουροξυπνημένοι υπάλληλοι, σκυλιά τεμπέλικα ξαπλωμένα μπροστά στις πόρτες των κλειστών καταστημάτων.

Οδός Πανδρόσου.
Αφήνω πίσω μου τον “φτερά” να φωνάζει με τη χαρακτηριστική του φωνή είναι εδώ κανένας πελάτης μου και μπαίνω μέσα στη στοά.
Πρώτος όροφος.
Άδειο το καφενείο.
Γωνιά με θέα τα κεραμίδια των γύρω οικημάτων.
Ψηλά, πάνω στο βράχο, το Ερεχθείο και ο Παρθενώνας.

Παραγγέλνω τον καπουτσίνο και βγάζω το σημειωματάριο και το στυλό.

Η μουσική από τα μεγάφωνα χαϊδεύει απαλά τα αφτιά.

Σκέφτομαι και γράφω.

Μπορεί το απόγευμα να τα περάσω αυτά από το μπλοκ στο blog.
Αν μπορώ να διαβάσω τι έχω γράψει.

Ήδη δυο κυρίες κάθονται στο απέναντι τραπέζι.
Το ζευγάρι που μπήκε αμέσως μετά από αυτές, ξαναφεύγει.
Μάλλον χρήση της τουαλέτας ήθελαν να κάνουν.

Η βιαστική μου αναχώρηση το πρωί, δεν μου επέτρεψε να σκεφτώ καν να πάρω μαζί τη φωτογραφική μηχανή.
Βέβαια, δεν ήταν προγραμματισμένο αυτό όλο.

Νίνα Σιμόν.
Η φωνή της γεμίζει όλο το χώρο.
Ο ουρανός γεμάτος γκρίζα σύννεφα.
Η σημαία πάνω στο Βράχο κυματίζει.
Αρκετοί επισκέπτες ήδη φαίνεται να κάνουν τη βόλτα τους ή το προσκύνημά τους Εκεί.
Παρά το κρύο

Απόπειρα να χρησιμοποιήσω το κινητό τηλέφωνο σαν φωτογραφική μηχανή.
Αποτυχημένη. Θα το επαναλάβω φεύγοντας.
Ίσως να είναι καλύτερα.

Απόηχος των εκλογών και εδώ.
-Ο Νίκος δεν ξέρει ακόμα πόσε ψήφους έχει πάρει.

Ακούω αδιάφορα τις απέναντι.
Μικροαστές, μέσης και πάνω ηλικίας, που χαίρονται τον ελεύθερο χρόνο τους.
Μπορεί και να έχουν δραπετεύσει όπως κι εγώ.
Ελπίζω να μην έχουν μπλογκ….

Ο καφές μου τελείωσε. Θα μείνω λίγο ακόμα.
Δεν είναι ακόμα η ώρα της επιστροφής.

Πριν ξεκινήσω θα τηλεφωνήσω. Είναι σημαντικό να ξέρω πώς είναι τα πνεύματα.
Αν και σε περίπτωση που είχε συμβεί κάτι, θα είχα ειδοποιηθεί.

-Ήρθα.
Να και η τρίτη της παρέας. Λέει τον καημό της, πιο σωστά καταθέτει τα σώψυχά της.
Τα έχει με τους τραπεζικούς. Ήταν στην τράπεζα για να καταθέσει σαρανταπέντε ευρώ και έκανε σαράντα πέντε λεπτά. Λεπτό και ευρώ σκέφτομαι.

-Φταίμε εμείς οι έλληνες που είμαστε τεμπέληδες, αποφαίνεται, χωρίς να έχει και διάθεση να σταματήσει.

Ελπίζω να της φέρουν γρήγορα τον μέτριο ελληνικό που παράγγειλε και να εκτονωθεί.
Μην πάθει και τίποτα.

Την ακούω και ψάχνω τα ανάλογα.
Κάποιοι θα έχουν “φουρκιστεί” το ίδιο με την απέναντι, εξ αιτίας της απουσίας μου, αλλά λέω να την παρατείνω λίγο ακόμα. Δεν πτοούμαι.

Περιεργάζομαι το χώρο. Δεν μου είναι άγνωστος.
Καρέκλες ξύλινες με ψάθα, τραπεζάκια φτιαγμένα από κολώνες που χρησιμοποιούν στα μανουάλια.
Στους τοίχους παλιές γκραβούρες, που η κάθε μια τους είναι ολόκληρο κεφάλαιο της ιστορίας.
Διαβάζω

Βενιζέλος
Ελληνόπαις
Παρνασσός
La cri de Paris
ΖΥΘΟΣ ΦΙΞ
Ένα ρολόι με εκκρεμές δείχνει 11 παρά τέταρτο. Είναι σταματημένο.

Καφενείον η ωραία ελλάς.

30 σχόλια


Υποβολή απάντησης