Το φεγγάρι γεμίζει σιγά σιγά..
Θυμίζει ημέρες Αυγούστου.
Είναι κι αυτή η ζέστη που ξανάρχεται.
Οι ρυθμοί όμως σαφώς πιο γρήγοροι.
Οι θόρυβοι της πόλης δηλώνουν πως η ρουτίνα ξανάρχισε.
Και τα προβλήματα το ίδιο δηλώνουν.
Όχι ότι αυτά γενικώς είχαν πάει διακοπές.
Το είδος και η έντασή τους είναι που κάνουν τη δήλωση.
Μια ημέρα, σαν όλες τις άλλες του Σεπτέμβρη που ξεκίνησε.
Η αγωνία για το μέλλον των παιδιών τους στα μάτια των γονιών, που εν τέλει ζητάΜε τη δική Μας εξασφάλιση.
–Ξέρετε το παιδί σας έχει κι αυτές τις επιλογές. Δοκιμάστε κι εκεί κι εκεί.
-Ναι, αλλά πώς θα φτάνει έως εκεί που είναι λίγο ανάποδα η συγκοινωνία;
Ε, δεν ξέρω και όλα τα δρομολόγια των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας.
Λάθος μου, αλλά δεν το ξέρω. Ίσως όταν γίνω σταθμάρχης…
Ούτε το άλλο πρόβλημα ξέρω πώς θα λυθεί.
Δεν είναι η ανάλγητη η κοινωνία, και εγώ σαν μέλος της, που δεν θέλει να δοθεί η λύση.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα. Είναι αποτέλεσμα προβλήματος, που κι αυτό, με στη σειρά του, είναι αποτέλεσμα άλλου προβλήματος.
Και στο κέντρο του είστε εσείς κύριέ μου. Αλλά πώς να σας το πω;
Κι αν σας το πω τι θα βγει;
Δεν με ακούτε, γιατί αν με ακούγατε εμένα, θα είχατε ακούσει νωρίτερα και τις φωνές μέσα στο σπίτι σας.
Τώρα θα μου πεις, ποιος είσαι εσύ που μιλάς;
Τις φωνές στο δικό σου σπίτι τις ακούς όλες τις φορές;
Είσαι πάντα εκεί; Είσαι εκεί για να είσαι εκεί, ή για να μπορείς αν είσαι αλλού;
Ο αναμάρτητος πρώτος …
Καλύτερα η σιωπή και η ανάληψη της ευθύνης που μου αναλογεί.
Όσο είναι αυτό εφικτό.
Το πακέτο με τα χαρτιά στον γραφείο επάνω, κρύβει από όλα.
Η κλεφτή ματιά που έριξα, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία.
Όσο και αν σκέφτηκα ότι το ποτήρι είναι πικρό, θα χρειαστεί να το πάρω στα χέρια μου και να αποφασίσω.
Γιατί η τελική απόφαση θα είναι δική μου, ακόμα κι αν μπουν κι άλλοι στο χορό. Το ξέρω.
Και γι αυτό η σκέψη ήταν όχι αυτό πάλι.
Το τηλέφωνο άνοιξε το παράθυρο για λίγο.
Δυο λόγια, η ανταλλαγή απόψεων, τουλάχιστον έστειλε για λίγο στο πίσω μέρος του κεφαλιού το πρόβλημα. Και αυτό και τα άλλα.
Μπορεί και να έδωσε χρόνο και μέθοδο να αλλάξει η οπτική.
Πώς να ξέρω αν είναι προς το καλύτερο;
Όχι ότι από το τηλέφωνο έρχονται λύσεις.
Και προβλήματα καταφτάνουν. Και ευκαιρίες να θαυμάσω-απορήσω για τις άμυνες που μπορεί να έχει κανείς και, κυρίως, την καχυποψία του.
Και να νοιώσω την πίκρα να γίνεται, έστω για λίγο, κυρίαρχη γεύση.
Όχι ότι δεν το περίμενα.
Το περίμενα.
Δεν το ήθελα.
Θα μου πεις, πολλά δεν θέλουμε αλλά δεν μπορούμε και να τα αλλάξουμε.
Η εικόνα του γείτονα, κατά πολύ μικρότερού μου, να παλεύει να κρατήσει όρθιο το κορμί του, με γέμισε θλίψη και βέβαια δεν ήθελα να τη δω.
Την είδα όμως.
Δίπλα του, τη σύντροφό του, που του έδινε το παράγγελμα να πατήσει το πόδι σταθερά.
Το παράγγελμα να ζήσει.
Μακάρι να την ακούσει.
Οι σκέψεις «χύμα» στην οθόνη.
Πώς όμως να είναι κι αλλιώς;
Δεν τις καθορίζω. Έρχονται.
Ίσως κάποια στιγμή επιχειρήσω να τις χειραγωγήσω.
Τώρα δεν έχω και πολύ αυτή τη διάθεση.
Δεν ξέρω κι αν θέλω να τις ταξινομήσω.
Μπορεί να μου προκύψουν κι άλλες, που τώρα δεν θέλω να τις αντικρύσω.
Προτιμώ να βλέπω το φεγγάρι να ταξιδεύει στον ουρανό …
Αν δεν έχεις τι να πεις, ίσως καλύτερα είναι να σιωπάς.
Αλλιώς προκύπτει κάτι σαν τα παραπάνω …
E, και ναι, είναι αλήθεια, «κακό σκυλί….».